Η ιστορία δεν φέρεται ποτέ το ίδιο σε όλους, και στην Ελλάδα αυτό αποδεικνύεται περίτρανα μέσα από τη σύγκριση τριών διαδοχικών γενεών που βίωσαν τελείως διαφορετικές συνθήκες ευημερίας και τεχνολογικής εξέλιξης.

Η Γενιά X (1965–1980) είναι η γενιά που κέρδισε το λαχείο της μεταπολιτευτικής σταθερότητας. Μεγάλωσαν σε μια Ελλάδα που ανέβαζε συνεχώς το βιοτικό της επίπεδο, βρήκαν εύκολα δουλειές με προοπτική, απέκτησαν κατοικίες χωρίς τα σημερινά εξοντωτικά βάρη και απόλαυσαν τα νιάτα τους με απόλυτη ελευθερία. Στη σχέση τους με την τεχνολογία, λειτούργησαν ως οι απόλυτοι κερδισμένοι: έζησαν τα παιδικά τους χρόνια έξω από τις οθόνες και προσαρμόστηκαν στα computers και το internet όταν πια ήταν ενήλικες, χρησιμοποιώντας την τεχνολογία αυστηρά ως εργαλείο και ποτέ ως δεσμά.

Οι Millennials (1981–1996) βρέθηκαν στο πιο άγριο μεταίχμιο της σύγχρονης ιστορίας. Πρόλαβαν να ονειρευτούν μέσα στην ευφορία των αρχών του 2000, για να προσγειωθούν ανώμαλα στην οικονομική κρίση, τα μνημόνια και το κύμα του brain drain ακριβώς τη στιγμή που προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους. Αποτελούν τη «γέφυρα» δύο κόσμων αφού θυμούνται τη ζωή χωρίς smartphones, αλλά ενηλικιώθηκαν μαζί με τα social media. Η τεχνολογία τούς έδωσε ευελιξία και διεθνείς διεξόδους, αλλά τους φόρτωσε παράλληλα με το βάρος της συνεχούς σύγκρισης και της τοξικής κουλτούρας παραγωγικότητας.

Η Γενιά Z (1997–2012) γεννήθηκε μέσα σε μια μόνιμη κρίση, αντιμετωπίζοντας από μικρή ηλικία πανδημίες, πληθωρισμό και ένα τεράστιο στεγαστικό πρόβλημα που κάνει την ανεξαρτησία μοιάζει με άπιαστο όνειρο. Ως γνήσιοι ψηφιακοί ιθαγενείς, έχουν όλη τη γνώση του πλανήτη στις άκρες των δαχτύλων τους και απίστευτες δυνατότητες δημιουργικότητας, αλλά πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα στην ψυχική τους υγεία. Ο αλγοριθμικός εθισμός, τα αψεγάδιαστα ψηφιακά πρότυπα και η μοναξιά της οθόνης έχουν μετατρέψει την τεχνολογία από μέσο απελευθέρωσης σε μια αόρατη φυλακή.